:: ο ηλεκτρονικός οδηγός αναρρίχησης για τα Ελληνικά βουνά ::
Change language to EN
 



Alpinismo Solitario

Το παρακάτω κείμενο είναι μια πρόχειρη μετάφραση μέρους του κεφαλαίου «Alpinismo Solitario» από το βιβλίο του Emilio Comici «Alpinismo Eroico». Δυστυχώς, το όνομα του μεγάλου αυτού αναρριχητή έχει περάσει στην ελληνική γλώσσα παρατονισμένο (στα ιταλικά προφέρεται Κόμιτσι). Τα κατορθώματά του στον Όλυμπο μας είναι λίγο-πολύ γνωστά αν και η διαδρομή του στην ΒΔ ορθοπλαγιά του Μύτικα θεωρείται χαμένη μη έχοντας ακόμα επανάληψη. Ενδεχομένως μια κατολίσθηση να έχει αλλοιώσει το ξεκίνημά της. Ο γράφων έψαξε μια φορά να τη βρει (μαζί με τον Γιάννη Κωνσταντάκη) κι άσπρισαν τα μαλλιά του από τα σαθρά... Εξάλλου κι ο ίδιος ο Κόμιτσι γράφει (στο ίδιο βιβλίο υπάρχει ένα κεφάλαιο για το ταξίδι του στην Ελλάδα με την Anna Escher) ότι το ξεκίνημα της διαδρομής ήταν εξαιρετικά σαθρό και δύσκολο. Μέχρι να βρεθεί και να επαναληφθεί η διαδρομή επιβεβαιώνοντας την περιγραφή θα πλανιέται πάντα μια μικρή αμφιβολία, αν και αφού διαβάσετε τι έκανε ο άνθρωπος στην Cima Grande πιστεύω πως κάθε αμφιβολία σας θα εξανεμιστεί. Η διαδρομή του (25/06/1934) που περνάει δίπλα από το «Μάτι» είναι μάλλον η πρώτη τεχνική αναρρίχηση που έλαβε χώρα στην Ελλάδα και ένα καρφί του '30 που βρέθηκε στη βάση της είναι μάλλον το πρώτο αναρριχητικό καρφί που μπήκε στα βράχια της πατρίδας μας (το συγκεκριμένο καρφί έχει δωρηθεί από τον γράφοντα στην ΕΟΟΑ). Ο Κόμιτσι (1901 - 1940) ήταν αναμφίβολα οπαδός του Μουσολίνι, όμως στο παγκόσμιο αναρριχητικό στερέωμα θα είναι πάντα ένα λαμπρότατο αστέρι.

Δείτε και το σχετικό posting για τον Όλυμπο: Τάτσι, Comici, κότσι

Πάνος Αθανασιάδης

Emilio Comici, «Alpinismo Solitario»

Emilio Comici

Ο Emilio Comici κατά την 1η ανάβαση της βόρειας ορθοπλαγιάς της Cima Grande (τον ασφαλίζει ο Giuseppe Dimai)

Οι διαδρομές της βόρειας ορθοπλαγιάς της Cima Grande:
[1] «Dibona", [2] «Via Camillotto Pellesier», [3] «Das Phantom der Zinne», [4] «Hasse - Brandler» («Direttissima»), [5] «Sachsenweg» («Superdirettissima»), [6] «Comici - Dimai»

Σκίτσο της διαδρομής «Comici - Dimai» από το planetmountain.com

Δεν είχα ποτέ διανοηθεί ότι μια μοναχική ανάβαση στη βόρεια ορθοπλαγιά της Cima Grande θα προκαλούσε τόσο θόρυβο στους αναρριχητικούς κύκλους. Ως από θαύμα έλαβα πολλές συγχαρητήριες επιστολές και τηλεγραφήματα απ' όλες τις πλευρές, και στη συνέχεια, διαβάζοντας ορισμένες φράσεις από άρθρα σε εφημερίδες, φράσεις όπως: «...μεγάλη τόλμη να σκεφτείς και μόνο να αναμετρηθείς με αυτή την φοβερή ορθοπλαγιά, όπου αν σε εγκαταλείψουν οι δυνάμεις σου έστω και για μια στιγμή, ή αν νιώσεις τον παραμικρό δισταγμό, μπορεί να βρεθείς σε πτήση στο αδίστακτο κενό... κτλ...κτλ..» έτρεμε η ψυχή μου από αγωνία για τον μπαγάσα που έκανε αυτά τα πράγματα, χωρίς όμως να πείθομαι πως αυτά τα μεγάλα λόγια αναφέρονταν πραγματικά σε μένα. Τόσο καλοί είναι οι δημοσιογράφοι! Με αυτά τα άρθρα με έκαναν να νιώσω τόσο έντονα τρόμο και αγωνία που ούτε η ίδια η ορθοπλαγιά δεν το κατόρθωσε έτσι. Για να το ξαναπώ, ποτέ μου δεν σκέφτηκα πως η μοναχική μου ανάβαση θα ξεσήκωνε τόσο ντόρο, αν το ήξερα θα την είχα κάνει νωρίτερα.

Η ιδέα μου ήρθε έτσι ξαφνικά ένα ηλιόλουστο πρωινό που ήμουν στην Misurina και απολάμβανα τον ήλιο βαριεστημένα. Ήταν 2 Σεπτεμβρίου 1937. Μια μέρα με πολλή κίνηση στους δρόμους και τις πλατείες.

Με λεωφορεία, αυτοκίνητα, μοτοσικλέτες, αλλά και με τα πόδια, όλοι πήγαιναν να χαζέψουν από κοντά τις Tre Cime di Lavaredo και να χαλαρώσουν δίπλα στη λίμνη. Με τα λεωφορεία, τα αυτοκίνητα και τις μοτοσικλέτες περνούσαν και κάποιοι από τους συναδέλφους μου, όλοι τους πηγαίνοντας στο βουνό με κάποιο καλό πελάτη. Κι εγώ δεν μπορούσα παρά να σκεφτώ: πώς γίνεται όλοι αυτοί οι οδηγοί βουνού να ψαρεύουν πελάτες και μόνο εγώ να μην μπορώ να βρω κανέναν; Στην πραγματικότητα όταν τύχαινε και με πλησίαζε κανένας ήταν συνήθως για να ζητήσουν ένα αυτόγραφο και μια φωτογραφία μαζί μου, λες και ήμουν κανένα θηρίο, και στο τέλος μου έλεγαν: «Κύριε Κόμιτσι, είστε τόσο δυνατός, σίγουρα θα βρίσκετε βαρετές τις εύκολες διαδρομές, έτσι δεν είναι;». Και σύντομα εξαφανίζονταν με κάποιον άλλον οδηγό αφήνοντάς με μόνο με τη διασημότητα!

Εκείνο το πρωινό, ωστόσο, βαριόμουν στην πόλη και είχα όρεξη να σκαρφαλώσω, και μιας και είχα ήδη δοκιμάσει στη Brenta τις χαρές της μοναχικής αναρρίχησης, στο μυαλό μου πέρασε η ιδέα να αναμετρηθώ μόνος με τη βόρεια ορθοπλαγιά της Cima Grande di Lavaredo. Εκμυστηρεύτηκα αυτή μου την επιθυμία στον αγαπητό μου φίλο Gianfranco Pompei. Με κοίταξε σοκαρισμένος, όμως δεν μου είπε ότι είμαι τρελός, αν και πιστεύω ότι έκανε αυτή τη σκέψη. Κατά καιρούς λέω διάφορα κουφά πράγματα στους ορειβάτες φίλους μου, και γι αυτούς είναι βέβαιο ότι θα γίνουν πραγματικότητα. Δεν ξέρω αν θέλουν το καλό μου, ή αν ίσως ασκώ πάνω τους κάποιο είδος υπνωτιστικής δύναμης. Για να μην πολυλογούμε, ήταν εννιά και μισή όταν ξεκινήσαμε με τον Gianfranco για το καταφύγιο Principe Umberto και όταν ξεκίνησα το σκαρφάλωμα είχε πάει ήδη έντεκα. Αυτή η ώρα ήταν πολύ βολική, αν και γενικά δεν είναι κατάλληλη για όσους πάνε να σκαρφαλώσουν την βόρεια της Cima Grande.

Καθώς πλησιάζαμε στην ορθοπλαγιά μερικές πέτρες βομβάρδισαν ολόγυρα το πεδίο. Αυτό είναι ένα είδος καλωσορίσματος που συχνά κάνουν τα βουνά. Κι αν η γλώσσα τους είναι κάπως σκληρή, νομίζω πως τα εκφράζει. Το βουνό ήθελε έτσι να πει πως η βόρεια ορθοπλαγιά του ήταν κατειλημμένη και ότι δεν ήθελε άλλους εισβολείς. Υπήρχε πράγματι ένα ζωντανό πράγμα που κινιόταν αργά πάνω στα βράχια που κρέμονται προς τα έξω, και το είδαμε να κατεβαίνει καμπόσο κατά μήκος ενός σχοινιού. Κατόπιν είδαμε και το δεύτερο ορειβάτη. Ο Gianfranco μου είπε: «Καταλαβαίνεις ότι είναι επικίνδυνο για σένα με αυτούς τους δύο από πάνω; Κι ένα βότσαλο μονάχα να πέσει στο κεφάλι σου έχεις φύγει κάτω μαζί με τα σχοινιά σου μιας και δεν θα έχεις κανέναν να σε ασφαλίζει.».

Μα, του απάντησα, ο κίνδυνος απ' τις πέτρες είναι μόνο στη βάση του τοίχου, κατά την πρόσβαση. Όταν σκαρφαλώνεις είσαι λίγο-πολύ ασφαλής από τις πέτρες γιατί αυτές περνάνε μακριά, έξω. Εν πάση περιπτώσει, για να μπω στην κυρίως ορθοπλαγιά, αντί να πάρω το εύκολο ξεκίνημα (εκτεθειμένο στις λιθοπτώσεις) έκανα ένα πιο ντιρέκτ ξεκίνημα προστατευμένος κάπως από τις πέτρες. Όταν ξεκίνησα, όπως προανέφερα, ήταν περασμένες έντεκα. Μια σχοινοσυντροφιά γερμανών ήταν ήδη διακόσια μέτρα πάνω και πάλευαν με το τελευταίο κομμάτι του τοίχου, περίπου είκοσι μέτρα εξαιρετικής δυσκολίας, μετά από το οποίο η ορθοπλαγιά γίνεται πιο εύκολη. Εκεί, μετά από αυτό το κομμάτι, είχαμε κάνει μπιβουάκ κατά την πρώτη μας ανάβαση.

Η αναρρίχηση στο αρχικό κομμάτι της βόρειας ορθοπλαγιάς είναι ένας αγώνας ικανός να καταβάλει κάθε ορειβάτη, ακόμα και αν έχει δύο ή και τρία σχοινιά περασμένα σε όλα τα υπάρχοντα καρφιά και σκάλες για να πατάνε τα πόδια του. Πόσοι και πόσοι δεν τα έχουν παρατήσει εξαντλημένοι με τα χέρια πρησμένα απ' την προσπάθεια, και πόσοι δεν έχουν κάνει πτώσεις σε αυτά τα καρφιά ευλογώντας που βαστάνε ακόμα. Πριν ξεκινήσω κοίταξα πίσω για να χαιρετήσω τον Gianfranco. Είχε βρει ένα σημείο έξω από την τροχιά των βλημάτων και είχε ξαπλώσει για να μη τον πιάσει ο σβέρκος του κοιτώντας διαρκώς προς τα πάνω.

Δέθηκα κάπου ενδιάμεσα στο τριαντάμετρο σχοινί και έβαλα τα είκοσι μέτρα πάνω μου κουλούρες. Είχα επίσης δέκα καραμπίνερ, δέκα καρφιά, το σφυρί και ένα κορδονέτο. Όλα αυτά για την περίπτωση που έπρεπε να κατέβω αν δεν αισθανόμουν καλά να συνεχίσω. Στην αρχή σκέφτηκα ότι θα μπορούσα να αυτασφαλιστώ περνώντας το σχοινί στα καρφιά με ένα καραμπίνερ και προχωρώντας δίνοντας σχοινί λίγο-λίγο. Όταν θα ήθελα να κάνω ανάκληση θα έλυνα την άκρη από πάνω μου και θα τραβούσα το σχοινί μέσα από τα καραμπίνερ. Αυτό είναι το μόνο σύστημα αυτασφάλισης που μπορούσα εφαρμόσω χωρίς να ανεβοκατεβαίνω, παρέχει όμως πολύ λίγη ασφάλεια: ακόμα κι αν έπεφτα αμέσως μετά από ένα καρφί θα έπεφτα μέχρι την αρχική ασφάλεια καθώς ο βρόχος του σχοινιού θα έτρεχε μέσα από τα καραμπίνερ. Και ποιος ξέρει αν το πάνω-πάνω καρφί και το καραμπίνερ θα άντεχαν μια τέτοια πτώση ως και 15μ. Στην καλύτερη περίπτωση, αν όλα πήγαιναν εντάξει, θα ήταν έτσι κι αλλιώς πρόβλημα να κρέμεσαι εκεί πέρα χτυπημένος μέχρι την επόμενη μέρα, όταν ίσως δεν θα υπήρχε πια ανάγκη για βοήθεια...

Όμως οι ελπίδες μου ήταν φρούδες. Δεν είχα σκεφτεί όλες τις λεπτομέρειες αυτού του τρόπου αυτασφάλισης. Ήταν σίγουρα κουραστική και χρονοβόρα διαδικασία. Αν ασφάλιζα το σχοινί σε κάθε καρφί με ένα καραμπίνερ θα έπρεπε να κατεβαίνω να ανακτώ τα καραμπίνερ, διαφορετικά τα δέκα που είχα όλα κι όλα θα έφευγαν σε χρόνο μηδέν.

Το ξεκίνημα της διαδρομής έχει μια τραβέρσα. Έτσι, ασφαλίστηκα στο πρώτο καρφί κι εγκατέλειψα εκείνο το καραμπίνερ. Στη συνέχεια, στη δεύτερη σχοινιά που πάει αρκετά λοξά, συνέχισα να ασφαλίζομαι με αυτή τη μέθοδο. Όταν όμως λύθηκα για να κάνω ανάκληση, το σχοινί μού έφυγε απ' το χέρι έχοντας έναν κόμπο στην άκρη. Έτσι δεν μπορούσα να κάνω ανάκληση γιατί ο κόμπος κόλλησε στην πρώτη ασφάλεια που ήταν δέκα μέτρα χαμηλότερα. Με το σχοινί που μου είχε απομείνει κατέβηκα τον απότομο τοίχο, ωστόσο πάλι δεν έφτανα τον κόμπο επειδή, όπως είπα, το κομμάτι αυτό της διαδρομής πάει λοξά. Δοκίμασα ένα εκκρεμές στο κενό δυο-τρεις φορές μέχρι να τα καταφέρω, και με μεγάλο κίνδυνο, επειδή τα χέρια μου είχαν κουραστεί και δεν άντεχαν περισσότερο. Αυτή η ταλαιπωρία με απογοήτευσε τόσο που έστειλα στο διάολο την αυτασφάλιση, παράτησα τα σχοινιά να κρέμονται και όρμησα στο αρνητικό σχισμο-δίεδρο βγαίνοντας πάνω αμέσως.

Κάποια στιγμή, ενώ η δύναμή μου πήγαινε κάπως να με εγκαταλείψει, είδα τα σχοινιά μου να ταλαντεύονται ελεύθερα στο κενό και κοίταξα τη σάρα στον πάτο της αβύσσου. Τότε ένιωσα να με κατακλύζει μια ηδονή που τέτοια δεν είχα δοκιμάσει ποτέ στη ζωή μου. Δύσκολα θα μπορούσα να εξηγήσω εκείνη τη μέθη, ήταν απόλαυση να κινούμαι τελείως ελεύθερα σε αυτή τη φοβερή ορθοπλαγιά: τα πόδια σε διάσταση, το σώμα σαν τόξο, το αφημένο σχοινί να κρέμεται κατακόρυφα και το κενό να χάσκει με ανοιχτό το στόμα... τι χαρά! Η χαρά του να ζεις, ικανοποίηση και καμάρι για το δάμασμα του κενού και των αρνητικών του βράχου. Τι ηδονή! Τότε άρχισα να ψάλλω ένα αγαπημένο μου τραγούδι. Από την ώρα που ξύπνησα, το ρεφρέν έπαιζε ασυνείδητα μέσα μου. Κι όταν η ανάσα μου κοβόταν απ' την κούραση, συνέχιζα να το τραγουδώ χωρίς φωνή στην καρδιά μου...

Αν όταν ξεκίνησα είχα ένα δισταγμό, τώρα καμία δυσκολία δεν μπορούσε να με σταματήσει. Κάποτε άλλοτε όλα τα αρνητικά που ήταν από πάνω μου θα με έκαναν να σταθώ και να τα ζυγιάσω πριν τα αντιμετωπίσω, και δεν θα σκεφτόμουν μόνο εμένα αλλά και τον σχοινοσύντροφό μου. Όμως εκείνη τη στιγμή το να σκαρφαλώνω έτσι μου φαινόταν απόλυτα φυσικό, το πιο λογικό πράγμα, και χωρίς ούτε μια στιγμή αναποφασιστικότητας, σε συνεχή κίνηση, βγήκα πάνω σταματώντας μονάχα κάθε τόσο σε κανένα καρφί για να πάρω μια ανάσα.

O Giancarlo από κάτω, όπως μου είπε ύστερα, δεν με άφησε από τα μάτια του ούτε στιγμή και κάποια στιγμή με άκουσε να τραγουδάω. Ενώ εγώ το διασκέδαζα, αυτός υπέφερε. Το χαιρόμουν όλο και περισσότερο, σκαρφαλώνοντας μάλιστα στα αρνητικά με κινήσεις ντούλφερ για να αισθάνομαι πιο ελεύθερα στον αέρα. Όταν ξαφνικά, ενώ είχα τα πόδια μου ανοιχτά σε υπερβολική διάσταση κάνοντας αντιστήριξη μέσα σε ένα δίεδρο, το ένα μου πόδι γλίστρησε... Όμως είχα προβλέψει ότι εκείνο το πάτημα ίσως να μην με κρατούσε και το είχα αποθαρρήσει μόνο γιατί είχα ένα πολύ καλό πιάσιμο στο ίδιο χέρι. Εκείνη τη στιγμή ένιωσα τόσο σίγουρος για τον εαυτό μου που αντί να τρομοκρατηθώ ξεπήδησε από μέσα μου αυθόρμητα ένα περιγελαστικό χάχανο σαν ενός παιδιού που νικάει στο παιχνίδι. Και ίσως αναρωτηθείτε: Περιγελαστικό; Μα προς ποιον; Δεν ξέρω. Πάντως αφού αγωνιζόμουν έπρεπε να υπήρχε κάποιος αντίπαλος. Και ναι, υπήρχε πράγματι ένας εχθρός και οι ορειβάτες τον γνωρίζουν πολύ καλά, ονομάζεται παγίδα.

Φτωχέ Gianfranco! Όπως μου είπε αργότερα, είχε δει το πόδι μου που γλίστρησε και του κόπηκε η χολή. Κι εγώ, αντίθετα, εκεί πάνω ήμουν περισσότερο ευτυχής από ποτέ...

Η διαδρομή ήταν σημαδεμένη από πολλά καρφιά και καθώς σκαρφάλωνα έψαχνα με τα μάτια μου να διακρίνω εκείνα που είχαν μπει αργότερα. Τι είδους έξαρση ήταν αυτή που με διακατείχε; Ήταν κάποια μορφή τρέλας ή αναρριχητικός σαδισμός; Ίσως. Δεν ξέρω. Ναι, ήμουν σαν μεθυσμένος, όμως είχα πλήρη συναίσθηση του τι έκανα γιατί ένιωθα πως είχα τη φυσική δύναμη να σκαρφαλώνω στα αρνητικά και την απαραίτητη διανοητική κυριαρχία πάνω στο κενό.

Αναγνωρίζω εκ των προτέρων ότι η μοναχική αναρρίχηση σε μεγάλες, δύσκολες ορθοπλαγιές είναι ίσως το πιο επικίνδυνο πράγμα που μπορεί κανείς να δοκιμάσει. Η πλειοψηφία από τους λίγους που το έχουν τολμήσει, όπως είπαμε προηγούμενα, είχαν άσχημο τέλος. Επομένως, σίγουρα δεν το συστήνω σε κανέναν. Όμως αυτό που νιώθεις εκείνες τις στιγμές είναι τόσο δυνατό και όμορφο που αξίζει το ρίσκο.

Αντιλαμβάνομαι ότι ίσως είναι βλασφημία να διακινδυνεύει κανείς έτσι τη ζωή του, όμως πιστεύω ότι δεν έχω πραγματικά «αμαρτήσει» γιατί ένιωθα πως δεν είχα τολμήσει πέρα από τις δυνάμεις μου. Και αυτό ισχύει για όλα μου τα εγχειρήματα. Ευγνωμονώ ακόμα την πρόνοια της φύσης που ήταν ιδιαίτερα απλόχερη προσφέροντάς μου αυτή την μορφή ευχαρίστησης. Ζούμε μόνο για κάποιες αισθήσεις, εκείνες που δίνουν στην λέξη το ευγενέστερο νόημά της. Ο καθένας μας έχεις τις δικές του, αλλιώς η ζωή θα ήταν κενή και ανώφελη. Όμως για να ζήσουμε πλέρια πρέπει να διακινδυνεύσουμε και κάτι. Πρέπει να τολμήσουμε.

Όταν όρμησα στην βόρεια ορθοπλαγιά ήμουν κάπως ανήσυχος επειδή όσοι είχαν επαναλάβει την διαδρομή έλεγαν ότι το πιο δύσκολο κομμάτι ήταν ψηλά, αμέσως πριν από το σημείο που είχαν κάνει μπιβουάκ οι ανοίξαντες τη διαδρομή. Κι έτσι το θυμόμουν και εγώ από την πρώτη ανάβαση. Είναι το σημείο για το οποίο έγραφα στην περιγραφή: «εκτεθειμένο αρνητικό κομμάτι χωρίς καμινάδες και χωρίς σχισμές, το πιο ριψοκίνδυνο και ντελικάτο πέρασμα...». Πώς θα μου φαινόταν τώρα αυτό το κομμάτι; Και ειδικά έτσι όπως ήμουν μόνος χωρίς ασφάλιση;

Μόλις έφτασα σε αυτό το κομμάτι, οι Γερμανοί το είχαν μόλις περάσει και συνέχιζαν με την αριστερή τραβέρσα από πάνω στο πατάρι. Θα πρέπει να τους είχε δυσκολέψει γιατί στο χρόνο που τους πήρε να κάνουν αυτά τα είκοσι μέτρα εγώ είχα κάνει διακόσια, και ήταν πάνω-κάτω δύο ώρες. Είχα την έγνοια μην μου ρίξουν καμιά πέτρα και τους φώναξα:

- Προσοχή στις πέτρες, είμαι μόνος!

Δεν είχαν αντιληφθεί ότι κάποιος τους ακολουθούσε, οπότε μπορείτε να φανταστείτε πόσο ξαφνιάστηκαν ακούγοντας μια φωνή από τόσο κοντά! Ίσως να σκέφτηκαν ότι ήμουν κανένα φάντασμα που κόβει βόλτες στην ορθοπλαγιά. Τους είδα και τους δυο με τα χέρια γραπωμένα πάνω στο βράχο να κλίνουν προς τα έξω στρίβοντας το κεφάλι προς τα κάτω. Με κοίταξαν και αναφώνησαν με έκπληξη και δυσπιστία:

- Μόνος;

Μετά την πρώτη έκπληξη με ρώτησαν ποιος ήμουν, και μόλις το έμαθαν με ρώτησαν αν οι δυσκολίες είχαν τελειώσει. Τους διαβεβαίωσα πως απ' ό,τι θυμόμουν είχαν μόλις περάσει το πιο δύσκολο κομμάτι. Αυτά τα είκοσι μέτρα λείου τοίχου τα πέρασα χωρίς ούτε μια στάση. Υπήρχαν τόσα πολλά καρφιά... Δύστυχη βόρεια ορθοπλαγιά. Μόνο στην έξοδο, όπου μη έχοντας πάτημα δεν μπορούσα να φτάσω ένα μικρό μυτίκι, έριξα γύρω του μια κουλούρα σκοινί και ανακουφίστηκα για λίγο. Ύστερα πιάνοντας το μυτίκι δεν μπορούσα παρά να απορήσω που στην πρώτη ανάβαση αυτό το πέρασμα μου είχε προξενήσει τέτοια ψυχική ήττα.

Μέχρι και πριν από την τραβέρσα που ακολουθούσε είχα πάει μπροστά κατά την πρώτη ανάβαση. Τότε η τριβή των σχοινιών μέσα από τα καρφιά που είχα βάλει ήταν τόσο μεγάλη που είχαν παραλύσει τα χέρια μου απ' το τράβηγμα, και στη συνέχεια ήταν τόσος ο πόνος στους μύες που δεν μπορούσα καν να τεντώσω το χέρι μου. Και εγώ ο αφελής, αντί να περιμένω λίγο να μου περάσει ο πόνος για να συνεχίσω, άφησα τον Giuseppe Dimai έτσι όπως ήταν φρέσκος να πάει μπροστά σε αυτήν την εύκολη τραβέρσα αποσπώντας ένα κύμα ενθουσιασμού από τους θεατές που μας παρακολουθούσαν από κάτω και δεν καταλάβαιναν τι συνέβαινε. Αυτή τη φορά πέρασα την τραβέρσα εντελώς μόνος χωρίς καμιά ασφάλεια, θαυμάζοντας μάλιστα πόσο εύκολη ήταν, στα σίγουρα δεν υπερβαίνει τον τέταρτο βαθμό.

Οι Γερμανοί περίμεναν για λίγο σε ένα πατάρι και καθώς πλησίαζα να τους περάσω με πήραν μια φωτογραφία. Θα βγήκε σίγουρα μια σκέτη ασπρίλα, γιατί είχε συννεφιά, όμως έτσι βγαίνουν και τα φαντάσματα στις φωτογραφίες, θολά και ακαθόριστα. Στη συνέχεια βρεθήκαμε και οι τρεις για μια στιγμή στο σημείο που είχαμε κάνει μπιβουάκ κατά την πρώτη ανάβαση. Μέχρι εκείνο το σημείο το σκαρφάλωμα μου είχε πάρει ακριβώς δυόμισι ώρες. Πόσο σχετικά είναι όλα σε αυτό τον κόσμο! Σκεφτείτε ότι για να φτάσουμε μέχρι αυτό το σημείο κατά το άνοιγμα της διαδρομής κατακτώντας το άγνωστο και ασφαλίζοντας τη διαδρομή με καρφιά, συνυπολογίζοντας τις προηγούμενες απόπειρες, μας είχε πάρει συνολικά πάνω από πενήντα ώρες προσπάθειας!

Σταματώντας για λίγο να μιλήσω με τους Γερμανούς μού έδωσαν ένα κομμάτι ζάχαρης και λίγη σοκολάτα. Στη συνέχεια, δεδομένου ότι το σχοινί που είχα μαζί μου δεν μου χρειαζόταν πια το πέταξα κάτω μαζί με τα καρφιά και τα καραμπίνερ. Έκανε μια φοβερή πτήση για αρκετή ώρα σχίζοντας τον αέρα με έναν απειλητικό ήχο και στη συνέχεια έσκασε κάτω τουλάχιστον 30 μέτρα έξω από τη βάση της ορθοπλαγιάς. Αυτό ήταν μια φυσική απόδειξη του πόσο κατακόρυφη είναι αυτή η τρελή ορθοπλαγιά.

Απέμεναν ακόμα τριακόσια πενήντα μέτρα και υπήρχαν συνεχόμενα εξαιρετικά δύσκολα περάσματα. Ωστόσο ήμουν σίγουρος ότι τώρα θα έφτανα στην κορυφή, το σχοινί θα ήταν μόνο περιττό βάρος και όγκος.

Έδωσα ένα αυτόγραφο και συνέχισα, ακολουθούμενος από τους Γερμανούς. Λίγο ύστερα δοκίμασα το πιο δυνατό συναίσθημα εκείνης της αξέχαστης ημέρας. Θα είχα ανέβει καμιά πενηνταριά μέτρα όταν κάτω από τα πόδια μου έφυγε ολόκληρη η γη. Ευτυχώς δεν έφυγα κι εγώ γιατί κρατιόμουν γερά με τα χέρια, όμως ένιωσα τον ίδιο τρόμο. Ξέροντας ότι οι δυο τους ήταν καμιά εικοσαριά μέτρα πιο κάτω, φώναξα:

- Προσοχή!

Και γύρισα το κεφάλι για να κοιτάξω. Αυτό που είχε φύγει κάτω απ' τα πόδια μου ήταν ένα συμπαγές μπλοκ που θα ζύγιζε καμιά διακοσαριά κιλά. Ευτυχώς δεν χτύπησε αμέσως πάνω στα βράχια επειδή ήταν πάνω από ένα αρνητικό, διαφορετικά τα θραύσματα θα τους είχαν σίγουρα χτυπήσει. Τη γλύτωσαν, ως εκ θαύματος, χωρίς γρατζουνιά. Στην συνέχεια ο βράχος χτυπώντας στο πατάρι που ήμασταν λίγο πριν, έσπασε και γκρεμίστηκε σαν μια βροχή από βόμβες. Όμως ο φόβος μου έμελλε να γίνει χειρότερος και το αίμα μου πάγωσε όταν κοιτώντας προς τα κάτω είδα ότι ο Gianfranco είχε πάει να μαζέψει το σχοινί που είχα πετάξει προηγουμένως. Η καρδιά μου σαν να σταμάτησε καθώς άκουγα τις βουή από τις πέτρες που έπεφταν. Ήθελα να πηδήξω και εγώ στο κενό για να σταματήσω αυτό που πήγαινε να συμβεί. Εκείνη η αναμονή δεν είχε τέλος, μου φάνηκε αιώνια, οι πέτρες δεν έφταναν ποτέ. Ήμουν υποταγμένος στη μοίρα, για το καλό ή το χειρότερο...

Τέλος όλα τα θραύσματα προσγειώθηκαν στη σάρα χωρίς να χτυπήσουν τον Gianfranco. Τι τρομερή που ήταν εκείνη η ώρα. Τι τιμωρία θα ήταν για μένα να είχα σκοτώσει έτσι έναν από τους πιο αγαπημένους μου φίλους. Όμως υπάρχει κάτι μεγάλο και άγιο που μας προσέχει στα βουνά! Αφότου μου πέρασε το πρώτο σοκ, ζήτησα συγνώμη από τους Γερμανούς και με μεγάλη προσοχή συνέχισα το σκαρφάλωμα.

Σύντομα η ανάγκη να ξεπεράσω τις δυσκολίες που συνεχώς αντιμετώπιζα στο δεύτερο μέρος της ανάβασης με έκανε να ξεχάσω την κακή στιγμή, και η χαρά της μοναχικής αναρρίχησης με κατέκλυσε και πάλι. Πέρασα διάφορα καρφιά που υπήρχαν και εκεί χωρίς να τους δώσω καμία σημασία. Τελικά έφτασα στην έξοδο της διαδρομής και τραβέρσαρα την ράμπα με μεγάλη προσοχή για να μην ρίξω κι άλλες πέτρες. Βγήκα στον ήλιο και τον καλωσόρισα με χαρά γιατί η βόρεια ορθοπλαγιά είναι σχεδόν πάντα στη σκιά, παγωμένη και σε πολλά σημεία υγρή.

Σε λιγάκι ήμουν κιόλας στην κορφή και θυμήθηκα να κοιτάξω την ώρα. Ήταν τρεις παρά τέταρτο. Για τα τελευταία τριακόσια πενήντα μέτρα εξαιρετικά δύσκολης αναρρίχησης είχα κάνει μία ώρα και ένα τέταρτο. Συνολικά για ολόκληρη τη διαδρομή: τρεις ώρες και τρία τέταρτα.

Στην κορυφή υπήρχαν τέσσερις νεαροί Γερμανοί. Καθώς με είδαν να φτάνω με ρώτησαν αν είχα κάνει τη βόρεια. Είπα ναι. Θαύμασαν που μια σχοινοσυντροφιά έβγαινε τόσο νωρίς στην κορυφή... Αφέθηκα να απολαύσω μακάρια τον ήλιο που έλαμπε και την ζεστασιά των ακτίνων του που χαλάρωναν την ψυχή και τους μύες μου που είχαν εργαστεί τόσο σκληρά. Ύστερα από λίγο είδα του Γερμανούς να μουρμουρίζουν μεταξύ τους και ένας τους μου είπε στα γερμανικά:

- Και οι σχοινοσύντροφοι γιατί δεν φάνηκαν ακόμα;

- Δεν έχω κανένα σχοινοσύντροφο, ανέβηκα μόνος.

Και όλοι μαζί εν χορώ αναφώνησαν:

- Μόνος!

Και εδώ είχαμε άλλες φωτογραφίες και άλλα αυτόγραφα...

Πριν αρχίσω την κατάβαση έγραψα στο βιβλίο της κορυφής:

«Ανέβηκα μόνος την βόρεια ορθοπλαγιά σε τρεις ώρες και τρία τέταρτα.»

Και εδώ, για να ολοκληρώσουμε την διήγηση, ακριβώς ως αποτέλεσμα αυτού του σύντομου μηνύματος που έγραψα στο βιβλίο της κορυφής, ήρθε όπως λένε το ηθικό δίδαγμα της ιστορίας. Ένα δίδαγμα πολύ ισχυρό, κυρίως λόγω της απλότητάς του, γιατί ήρθε αυθόρμητα από έναν ξένο δίνοντάς μου περισσότερη ευχαρίστηση από οποιοδήποτε έπαινο επειδή η ισχυρή δυσπιστία του ξένου μού αποκάλυψε πόσο απίστευτο ήταν αυτό που είχα κάνει.

Όταν ξανανέβηκα μια εβδομάδα αργότερα στην κορυφή της Cima Grande di Lavaredo από την κανονική διαδρομή μαζί με δυο τουρίστες, ξεφυλλίζοντας το βιβλίο της κορυφής, βρήκα το δικό μου σημείωμα διεγραμμένο με ένα μολύβι και από κάτω από τις μουτζούρες με μεγάλα γράμματα κάποιος είχε γράψει:

- Υπερβολές.

Κι από κάτω ένα υπέροχο:

- Ο αλήτης.

Πηγή: Π. Αθανασιάδης 2014

Φωτογραφίες: Wikipedia.org

Μετάφραση: Π. Αθανασιάδης

Επιμέλεια: Routes.gr

Στην Ελλάδα είναι
21/07/2017, 23:47:24
Copyright © Routes.gr - Δ. Μαυρόπουλος | Νομική σημείωση |