:: ο ηλεκτρονικός οδηγός αναρρίχησης για τα Ελληνικά βουνά ::
Change language to EN
 



Σκαρφαλώνοντας τη βόρεια ορθοπλαγιά των Grandes Jorasses

Η βόρεια ορθοπλαγιά των Grandes Jorasses με την διαδρομή Colton - Macintyre (ED1 VI 6, 1200μ).

Η δεξιά παραλλαγή (κόκκινη γραμμή) ακολουθεί την δύσκολη σχοινιά της διαδρομής Alexis.

Όταν στολίζονται και βάζουν το νυφικό τους φόρεμα οι βόρειες των Άλπεων με τα μικτά τους πεδία ασκούν τέτοια έλξη που ορισμένοι θα έβαζαν το χέρι βαθιά στην τσέπη και θα άφηναν μάνα, γυναίκα και κόρη για ένα μπιβουάκ στην αγκαλιά τους. Φυσικά δεν ήμασταν ούτε οι πρώτοι, ούτε οι τελευταίοι...

Ο Αλέκος Ασημακόπουλος με την πλάτη στραμμένη στην ομορφιά.

Ο φίλος μας ο Αλέκος την είχε στο μάτι από χρόνια και ήξερε πότε να χτυπήσει. Έχοντας γυρίσει σχετικά απογοητευμένος από την φάση στο Κ2 (πολυκοσμία και σταθερά σχοινιά παντού) ήμουν κι εγώ στην ίδια φάση... γύρευα περιπέτεια. Οι συνθήκες στην ορθοπλαγιά ήταν ιδεώδεις και έτσι καθημερινά κοιτούσαμε τον καιρό για να εφορμήσουμε. Την πρώτη ευκαιρία την χάσαμε από δική μου διστακτικότητα αναφορικά με την εγκυρότητα της πρόγνωσης. Άλλο λάθος δεν χωρούσε. Έτσι όταν φάνηκε στον ορίζοντα το επόμενο παράθυρο έπεσε σύρμα και ο Αλέκος που στεκόταν άγρυπνος δίπλα στο τηλέφωνο είπε το «έρχομαι Παναή» και κλείσαμε τα εισιτήρια. Όμως την ίδια ημέρα που θα έφτανε στο Μιλάνο η εγκυκλοπαίδεια των βουνών, παντρευόταν κι ένα φιλικό μου ζευγάρι (Έρως και Ελένη) και έτσι ορίσαμε να αναχωρήσουμε τα ξημερώματα της επόμενης. Βρεθήκαμε στο σταθμό του τρένου και πήγαμε για μια πίτσα, ύστερα τσεκάραμε τα υλικά μας και την πέσαμε για ύπνο. Μ' αυτά και με τ' άλλα απέμεναν μόνο τέσσερις ώρες μέχρι τα ξημερώματα.

Οδηγήσαμε το αμάξι ως το Courmayeur χωρίς στάση. Είπαμε μια καλημέρα στον Ματέο (φίλος οδηγός βουνού) στο Val Veny και πήγαμε να αφήσουμε το όχημα κάτω από το Boccalatte, καθότι η κλασική κατάβαση από τις Grandes Jorasses είναι στην ιταλική πλευρά του βουνού. Το σχέδιο ήταν να συνεχίζαμε προς το Chamonix με λεωφορείο, όμως ήταν Κυριακή και η Ιταλία κοιμάται όταν χτυπούν οι καμπάνες της εκκλησίας. Έτσι ακουμπήσαμε μια κατοστάρα στον ταξιτζή και είπαμε χαλάλι. Στην άλλη πλευρά του βουνού τα μαγαζιά κλείνουν νωρίς το μεσημέρι και έτσι το μόνο που βρήκαμε να αγοράσουμε ήταν λίγο ψωμί. Μας έλειπε ένα λαστιχάκι για το JetBoil αλλά κάπως θα την παλεύαμε σαν τον MacGyver. Πήραμε το πρώτο τρενάκι για το Montenvers και το κόψαμε για το Leschaux. Τότε ήταν που την είδε ο Αλέκος και αναφώνησε «νυφούλα, νυφούλα». Στο καταφύγιο τα ηνία κρατούσε η μικρόσωμη Χλόη που πρώτα μας τάισε και υποσχέθηκε να μας ξυπνήσει τα μεσάνυχτα. Ξανά απέμεναν μόνο τέσσερις ώρες για ύπνο και τον πήραμε μονορούφι.

Στη 1πμ έπαιξε αναχώρηση. Είχαμε κοζάρει από το απόγευμα τα ζόρια με το τηλεσκόπιο... Μες στο σκοτάδι συναντήσαμε την τριπλή ριμέ και χάσαμε την μπάλα. Μας πήρε πάνω από δύο ώρες για να βγούμε στο πρώτο ice-field. Πρώτα ένας τοίχος 90° πάνω από το ανοιχτό στόμα μιας κρεβάς, ύστερα μια κατακόρυφη καμινάδα πάγου, και τέλος μιάμιση σχοινιά παράλληλα στις 70°. Ο Αλέκος είπε: «η καλή μέρα απ' το πρωί φαίνεται». Η πλαγιά από πάνω είναι κατ' ελάχιστο 55° και δεν έλεγε να τελειώσει ώσπου άρχισαν να καίνε οι γάμπες από το front-pointing. Εδώ με τον Μητσάρα πέρυσι τον Ιούνιο τρέχαμε ξεκούραστα, όμως φέτος ήταν Σεπτέμβρης και οι συνθήκες ήταν πολύ διαφορετικές. Ήταν ήδη περασμένες 7πμ όταν μπήκαμε στην πρώτη σχοινιά πάνω από το ice-field. Εκεί, έχοντας βάλει όλες τις βίδες στα δύσκολα και μη έχοντας άλλες για να κάνει ρελέ όταν τελείωσαν τα σχοινιά, ο Αλέκος αναγκαστικά συνέχισε μέχρι να πιάσει βράχο. Πηγαίναμε παράλληλα και ήξερε ότι εγώ από κάτω ήμουν στα ζόρια... Ήταν δύσκολες στιγμές, και καθότι εξ αρχής όλα πήγαιναν λίγο στραβά είχε αρχίσει να διαφαίνεται ότι θα τρώγαμε ήττα.

Ο Αλέκος Ασημακόπουλος στη βάση του crux.

Το όρθιο δίεδρο στα δεξιά ανήκει στη διαδρομή Alexis.

Συνεχίσαμε ακάθεκτοι με δύο ευκολότερες σχοινιές και φτάσαμε στη βάση του crux. Αυτό ανήκε δικαιωματικά στον Αλέκο μιας και εγώ είχα χαροπαλέψει επάξια εκεί δίπλα στον Αλέξη το περασμένο καλοκαίρι. Φέτος ήταν τέλεια σχηματισμένο αν και σε ορισμένα σημεία ο πάγος είχε σαπίσει από το πολύ ξύλο (είχαν περάσει αρκετές σχοινοσυντροφιές τις προηγούμενες ημέρες). Πάντως, έτσι κι αλλιώς ήταν χιονόπαγος και οι βίδες δεν παρείχαν ουσιαστική ασφάλεια. Ο Αλέκος την πήγε ελεύθερα αγκομαχώντας μόνο στο τελείωμα, γιατί η σχοινιά έχει διάρκεια. Πάνω από αυτήν είχε άλλη μία (75°) για να βγούμε στο 2ο ice-field. Πήγε κι αυτό παράλληλα, με μία βίδα ανά σχοινιά και τις γάμπες να κλαίνε και να οδύρονται για λίγη ξεκούραση. Εκεί που αρχίζουν τα μικτά ήταν πια περασμένες 4μμ.

Νομίζαμε ότι μας έμεναν δυο μέτριες σχοινιές και ότι θα βγαίναμε στη Walker που θα ήταν περπάτημα... αμ δε! Έκανε μια σχοινιά ο Αλέκος αργά και προσεκτικά, γιατί ήταν μικτά και λάθη δεν χωρούσαν (ελληνικό Μ3+) και ύστερα ήταν η σειρά μου να πάω μια ίδια. Όταν σταμάτησα σε κάτι καρφιά (το μοναδικό ρελέ που βρήκαμε σε όλη τη διαδρομή μέχρι να βγούμε στη Walker) είχε σχεδόν νυχτώσει. Εκεί, κρεμάμενοι κι δυο από το ρελέ γρατζουνούσαμε με τα κραμπόν τον σκληρό πάγο... Πού να σταθείς; Πώς θα περνούσαμε έτσι την νύχτα; Πού ήταν η αριστερή τραβέρσα που ανέφερε η περιγραφή;

Με το σκοτάδι να πέφτει πάνω μας βαρύ, έβγαλα τον φακό, και αφού πήρα με βιάση μερικά υλικά (ό,τι βρισκόταν πρόχειρο) και την ευλογία του Αλέκου ξεκίνησα βιαστικά το λούκι που έφευγε ευθεία πάνω μας. Όμως εδώ βιασύνες δεν χωρούσαν. Τα πράγματα γρήγορα ζόρισαν, το σκοτάδι έπηξε και ασφάλεια δεν έμπαινε πουθενά. Εδώ είναι που ξέρεις ότι κάθε κίνηση σε πάει όλο και ψηλότερα (ήδη καμιά δεκαριά μέτρα run-out από το ρελέ) και πως καταρρίχηση είναι το μόνο που δεν θα μπορέσεις να κάνεις. Το μόνο σίγουρο είναι ότι εκεί που είχαμε βρεθεί δεν υπήρχε κάτι άλλο να κάνουμε. Ναι, ήμουν έτοιμος για την μεγάλη πτώση που ευτυχώς αποφεύχθηκε. Έκανα κάποια σηκώματα στο ένα πιολέ με τα πόδια προσεκτικά τοποθετημένα. Κάτι τέτοιες στιγμές, όταν μια ξυραφιά χωρίζει το φως από το σκοτάδι, φαίνεται πόσο είναι κανείς σε θέση να κουμαντάρει τον εαυτό του. Όταν η πτώση σημαίνει μνήμα ή αναπηρική τί σημασία έχει αν είσαι δεμένος; Τελικά κάπου φύτεψα ένα λαμάκι και πιο πάνω ευτυχώς ένα φρεντ και όταν πια τα σχοινιά είχαν αρχίσει να βαραίνουν έκανα την έξοδο από το λούκι με κινήσεις ουκ εύκολες.

Εδώ ο Δημήτρης Δασκαλάκης από προηγούμενη προσπάθεια (Ιούνιος 2013).

Τα σχοινιά τελειώσαν και από πάνω ήταν ένας ξερός τοίχος. Μήπως εκεί αριστερά πήγαινε η τραβέρσα που ψάχναμε; Ό,τι ήμουν έτοιμος να αφήσω μια βίδα και να ραπελιάσω απελπισμένος όταν βρήκα αυτό που ψάχναμε. Τα βήματα πήγαιναν όντως αριστερά και εκεί υπήρχε η δυνατότητα να σκαφτεί ένα υποτυπώδες παταράκι. Πήρα τον Αλέκο και αρχίσαμε να προετοιμαζόμαστε για την νύχτα του μαρτυρίου. Μετά από αρκετή προσπάθεια η οριζόντια επιφάνεια που αναλογούσε στον καθένα μας ελάχιστα ξεπερνούσε το μέγεθος μιας ταμπλέτας. Καλύτερα να μην λέμε ονόματα, πάντως από εκεί πάνω μας έπεσαν ένα γάντι, μισό κάριματ, μία παγόβιδα, δύο καρφιά και παραλίγο και το πουλί της Salewa. Δείπνο δεν είχαμε, εκτός από κάτι σταφίδες που μας έπεσαν κι αυτές. Δεν υπήρχε χώρος να ακουμπήσεις τίποτα, και με τα γάντια μες στη νύχτα... όλα ακολουθούσαν απαράκλητα το νόμο του Νεύτωνα. Ευτυχώς που δεν μας έπεσε και το JetBoil γιατί θα προέκυπτε χοντρό θέμα. Το κρύο ήταν υποφερτό, όμως οι ασταμάτητες αστραπές στον ορίζοντα μάς έβαλαν σε μεγάλη ανησυχία, ειδικά όταν άρχισαν να ακούγονται και τα αντίστοιχα μπουμπουνητά, σημάδι ότι η καταιγίδα πλησίαζε. Αντί να αρχίσουμε τα τηλέφωνα ρωτώντας για τον καιρό και τσεκάροντας τις προγνώσεις στο διαδίκτυο αποφασίσαμε να σβήσουμε το κινητό και να περιμένουμε τη μοίρα μας. Δεν ξέραμε τί μας περίμενε την επαύριο και η λίγη μπαταρία που απέμενε ίσως να χρειαζόταν. Ήπιαμε λίγο ζεστό ζουμάκι και σκύψαμε να περάσουμε την νύχτα.

Όντας σε ένα λούκι της βόρειας ορθοπλαγιάς, ελπίδα να δούμε ήλιο το πρωί δεν υπήρχε. Έτσι, μόλις φώτισε αρχίσαμε να ετοιμαζόμαστε για την μεγάλη απόδραση - γιατί στο σημείο εκείνο ήμασταν πραγματικά σαν κατάδικοι. Η υποχώρηση ήταν αδύνατη (αν αρχίζαμε τα ραπέλ οι βίδες μας πολύ γρήγορα θα τελείωναν) και η χαμηλή ορατότητα καθιστούσε αδύνατη τη διάσωση δια ελικοπτέρου. Μόνη διέξοδος ήταν η κορυφή και η κατάβαση προς την Ιταλική πλευρά. Μια σχοινιά ακόμα και θα βγαίναμε στην κόψη της Walker. Από εκεί απέμεναν άλλες τρεις μέχρι την κορυφή. Όλα αυτά τα κάναμε αργά και βασανιστικά, πάντα στην πίεση από τις δυσκολίες που είχαμε αδικαιολόγητα υποτιμήσει. Φτάσαμε κορυφή στις 13:15 και τότε άρχισε να χιονίζει.

Οι Grandes Jorasses από την Ιταλική πλευρά με την διαδρομή κατάβασης.

Αφού βράσαμε λίγο να πιούμε αρχίσαμε να την ψάχνουμε για κάτω. Τότε ήρθε το χάσιμο. Τα βήματα που βρήκαμε στο χιόνι πήγαιναν λάθος και ήταν η διαίσθηση του Αλέκου που μας επανέφερε στο σωστό δρομολόγιο. Αρχίσαμε να κατεβαίνουμε παράλληλα με το σπιρούνι του Whymper όπου βρήκαμε και τα σωστά βήματα. Η διαδρομή κατάβασης έχει χαραχθεί στην φωτογραφία. Εκεί που τελειώνει το χαρακτηριστικό λούκι, με το σεράκ της κλασικής στο πλάι μας, συναντήσαμε ένα χιόνι που όμοιό του δεν είχαμε ματαδεί (τμήμα A). Μιλάμε για βούλιαγμα στις 45° σε ένα φαινομενικά απύθμενο στρώμα από υγρό χιόνι, παράδοξα με την πυκνότητα του φελιζόλ, έτοιμο να κάνει μπραφ ανά πάσα στιγμή. Και η διαίσθησή μας δεν άργησε να επιβεβαιωθεί όταν μια χιονοστιβάδα έφυγε κάτω από τα ίδια μας τα πόδια αφήνοντάς μας κάγκελο από τον τρόμο μέσα στο white-out. Εκεί πραγματικά δεν ξέραμε πού να πάμε, που ακριβώς να καβαλήσουμε το σπιρούνι για να πέσουμε από την πίσω μεριά (ψάχνοντας το πέρασμα που βγάζει σε ένα ρελέ για ραπέλ). Με την ελάχιστη μπαταρία που είχε απομείνει στο κινητό μου έκανα ένα σωτήριο τηλεφώνημα στον Ματέο που μας είπε ότι το πέρασμα δεν έχει σκαρφάλωμα, είναι απλά εκεί που σβήνει το σπιρούνι και έρχεται πρόσωπο με την χιονοπλαγιά, δηλαδή να συνεχίσουμε την κατάβαση... Mε εκείνες τις συνθήκες χιονιού ακουγόταν σαν αυτοκτονία, όμως δυστυχώς δεν υπήρχε τίποτα καλύτερο να δοκιμάσουμε εκεί που βρισκόμασταν. Τελικά, ενώ χιόνιζε, τα σύγνεφα σκόρπισαν για μια στιγμή -ως εκ θαύματος- και είδαμε που πηγαίναμε. Θέλαμε ακόμα καμιά εκατοσταριά μέτρα κατάβαση. Και με την ψυχή στο στόμα, πατώντας πολύ προσεκτικά και βασανιστικά αργά, πατήσαμε τελικά βράχο και βρήκαμε το πολυπόθητο ρελέ (1η πράσινη κουκίδα).

Ήμασταν κυριολεκτικά μουσκίδι από το υγρό χιόνι (οι μπότες εσωτερικά έκαναν κλουτς-κλουτς από το νερό και τα γάντια τα στύβαμε για να μην τρέχει το νερό ως τις μασχάλες) και δεν μας έπαιρνε για 2ο μπιβουάκ εκεί απάνω. Έπρεπε να συνεχίσουμε πάση θυσία, που σήμαινε το γρηγορότερο δυνατόν, διότι η μέρα πλησίαζε στο τέλος της και σε 1-1,5 ώρα θα νύχτωνε και πάλι. Κάναμε το λάθος να κάνουμε ένα μεγάλο ραπέλ αντί για δύο μικρά (διότι δεν γνωρίζαμε τι ρελέ θα βρίσκαμε από κάτω) και όπως το προβλέψαμε τα σχοινιά κόλλησαν στην ανάκληση. Ευτυχώς είχαμε ήδη μαζέψει το ένα σχοινί και 40μ από το 2ο. Εκεί έπαιξε σουγιάς... και δρόμο. Διασχίσαμε το επικίνδυνο παγετωνικό κολουάρ (τμήμα B) με τα πόδια στην πλάτη και αρχίσαμε να κατεβαίνουμε το Rocher de Reposoir. Μετά από αρκετές σχοινιές εύκολης καταρρίχησης (τμήμα C) φτάσαμε τελικά εκεί που πρέπει να ήταν τα ραπέλ και αρχίσαμε να ραπελιάζουμε σε ένα λούκι που φαινόταν καθαρό. Όμως μη βρίσκοντας άλλα ρελέ αρχίσαμε να την ψάχνουμε, και με τον ήλιο να έχει μόλις δύσει, ευτυχώς μπάνισα (παρόλη την μυωπία μου) ένα μικρό κούκο και ένα καινούριο ρελέ σε μια κόψη στα δεξιά μας από όπου συνεχίσαμε απρόσκοπτα τα ραπέλ (4 συνολικά) και πατήσαμε στον παγετώνα που θα μας πήγαινε στο Boccalatte, ένα εγκαταλειμμένο καταφύγιο όπου κανείς μπορεί τουλάχιστον να αράξει για λίγο και να πάρει έναν υπνάκο.

Τι υπνάκο, λήθαργο να πούμε καλύτερα, γιατί ο Αλέκος κουτουλούσε από τη νύστα και αμέσως μόλις οριζοντιώθηκε έπαψε να έχει οποιαδήποτε επαφή με το γύρω κόσμο που του φώναζε να έρθει να φάει λίγη σούπα. Αντί να πάρουμε μια ώρα ύπνο πέσαμε ξεροί. Ευτυχώς κάποιος ξύπνησε μες στη μαύρη νύχτα, κοίταξε το ρολόι και είπε: φίλε, αν θέλεις να προλάβουμε το αεροπλάνο πρέπει να φύγουμε εδώ και τώρα. Κι έτσι έγινε, στις 5πμ ξεκινήσαμε ξανά με τον φακό για το υπόλοιπο της κατάβασης (2,5 βασανιστικές ώρες) ως το αυτοκίνητο. Εκεί βάλαμε εμπρός τη μηχανή και φύγαμε όπως ήμασταν για το αεροδρόμιο Malpensa. Ευτυχώς είχαμε κάνει check-in για τον Αλέκο από πριν και έτσι αφού δώσαμε το σακίδιό του (με πιολέ, κραμπόν και τα άλλα αιχμηρά) ίσα-ίσα που πρόλαβε να μην χάσει την επιβίβαση... Αυτός για Αθήνα αεροπορικώς και εγώ για Μπολόνια μπουσουλώντας με το αυτοκίνητο. Ύστερα στο σπίτι ένα γρήγορο ντους και γραμμή για το γραφείο που ανήκε σε κάποιο άλλο σύμπαν.

Για την ιστορία, πριν την επανάληψη της διαδρομής από τους Π. Αθανασιάδη και Α. Ασημακόπουλο (8-9/09/2014) είχε προηγηθεί μια απόπειρα από τους Π. Αθανασιάδη και Δ. Δασκαλάκη τον Ιούνιο του 2013. Στη συνέχεια η διαδρομή επαναλήφθηκε και από τους Σ. Κωνσταντακόπουλο και Β. Ζέκη σε μία μέρα (26/09/2014) με μπιβουάκ στη βάση της ορθοπλαγιάς.

Σχετικοί σύνδεσμοι:

Πηγή: Π. Αθανασιάδης 2014

Φωτογραφίες: Π. Αθανασιάδης

Επιμέλεια: Routes.gr

Στην Ελλάδα είναι
21/07/2017, 23:47:37
Copyright © Routes.gr - Δ. Μαυρόπουλος | Νομική σημείωση |